You are currently viewing Γάλα: Καλό ή Κακό; Ό,τι χρειάζεται να ξέρεις

Γάλα: Καλό ή Κακό; Ό,τι χρειάζεται να ξέρεις

  • Post category:Υγεία

Σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα και πιο αμφιλεγόμενα «ντιμπέιτ» στον τομέα της διατροφής – είναι τελικά το αγελαδινό γάλα καλό ή κακό; Πρέπει να το καταναλώνουμε ή προκαλεί προβλήματα;

Πιο κάτω θα αναλύσουμε όλα τα στοιχεία που έχουμε για να βρούμε την απάντηση. 

Λίγα λόγια για το γάλα

Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη γάλα σε αυτό το άρθρο, αναφέρομαι συγκεκριμένα στο αγελαδινό γάλα, εφόσον είναι και το πιο κοινό ζωικό γάλα που καταναλώνει ο άνθρωπος.

Η κατανάλωση του γάλακτος ως τροφή (πέραν του θηλασμού) από τον άνθρωπο είχε αρχίσει με την έναρξη της γεωργίας, μόλις ο άνθρωπος πρωτόμαθε να εξημερώνει ζώα. Αρκετά χιλιάδες χρόνια π.Χ.

Αυτό ακούγεται ως πολύς καιρός, ωστόσο πρέπει να θυμόμαστε πως ακόμα και η εμφάνιση του «μοντέρνου» ανθρώπου υπολογίζεται να ήταν τριάντα με πενήντα χιλιάδες χρόνια πριν την τωρινή εποχή, καθιστώντας την κατανάλωση γάλατος και γενικά τροφίμων τα οποία εμφανίστηκαν με την αγροκαλλιέργεια, σχετικά πρόσφατη.

Πολλοί χρησιμοποιούν αυτήν την πληροφορία ως απόδειξη πως ο άνθρωπος δεν έχει συνηθίσει να καταναλώνει αυτά τα τρόφιμα, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα πως είναι αλήθεια.

Ο ενήλικας άνθρωπος, αρχικά, δεν κατείχε το ένζυμο της λακτάσης, το ένζυμο υπεύθυνο για τη διάσπαση της λακτόζης που υπάρχει στο γάλα και άρα δεν μπορούσε να το καταναλώσει χωρίς δυσφορία. Το ένζυμο αυτό υπήρχε εκ φύσεως σε νεογέννητα και η παραγωγή του σταματούσε με την ηλικία.

Ωστόσο, λόγω τυχαίας μετάλλαξης στις Ευρωπαϊκές χώρες, ορισμένοι άνθρωποι απέκτησαν την ικανότητα να συγκρατούν την παραγωγή του ενζύμου και στην ενήλικη ζωή τους, δίνοντας τους την ικανότητα να καταναλώνουν γάλα. Αυτό οδήγησε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού σήμερα να μπορεί να καταναλώνει γάλα χωρίς προβλήματα. Βέβαια ένα σεβαστό ποσοστό του πληθυσμού παρουσιάζει ακόμα δυσανεξία στη λακτόζη.

Το γάλα παράγεται από του μαστικούς αδένες θηλαστικών και κατέχει πρωταρχική τροφή για νεογέννητα θηλαστικά τα οποία δεν μπορούν να καταναλώνουν άλλες μορφές τροφής.

Θρεπτική αξία του γάλακτος

Ένα φλιτζάνι (240ml) ημίπαχου γάλακτος περιέχει:

  • Θερμίδες: 111
  • Υδατάνθρακες: 11 γρ.
  • Σάκχαρα: 11 γρ.
  • Λιπαρά: 4 γρ.
  • Κορεσμένα Λιπαρά: 2 γρ.
  • Πρωτεΐνες: 8 γρ.

 

Το αγελαδινό γάλα, όπως και πολλά άλλα ζωικά γάλατα, είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και περιέχει και συγκεκριμένες ορμόνες οι οποίες βρίσκονται εκ φύσεως στο γάλα και είναι σημαντικές για την ανάπτυξη του μοσχαριού.

Το γάλα περιέχει και τα τρία μακροθρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες). Η ποσότητα του λίπους καθώς και οι ολικές θερμίδες διαφέρουν ανάλογα με το αν το γάλα είναι ολόπαχο, ημίπαχο ή άπαχο.

Το γάλα είναι επίσης πλούσιο σε πολλές βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Συγκεκριμένα, περιέχει σε μεγάλες συγκεντρώσεις, βιταμίνες Β2 και Β12, ασβέστιο, φώσφορο και σελήνιο καθώς και πολλά άλλα συστατικά σε χαμηλότερες ποσότητες. Συνήθως, επίσης, το γάλα εμπλουτίζεται με βιταμίνη Δ.

Το γάλα είναι πλούσιο σε διάφορα θρεπτικά συστατικά και είναι πλήρες τρόφιμο, περιέχοντας και τα τρία μακροθρεπτικά συστατικά. Η κατανάλωση του μπορεί να εμπλουτίσει τη διατροφή πολλών ατόμων.

Το γάλα βοηθάει κατά της οστεοπόρωσης

Το γάλα είναι πλούσιο σε ασβέστιο και πολλές φορές βιταμίνη Δ – δύο πολύ σημαντικά συστατικά για την ενίσχυση της πυκνότητας των οστών και άρα την καταπολέμηση της οστεοπόρωσης, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερα άτομα.

Τα πρόσφατα χρόνια υπήρξαν ανάδοχοι της ιδέας πως το γάλα και τα γαλακτοκομικά δεν προστατεύουν κατά της οστεοπόρωσης και μάλιστα κάποιοι ισχυρίζονται πως το γάλα μπορεί να προκαλεί οστεοπόρωση.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επιστημονικές έρευνες και βιβλιογραφία που να υποστηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς.

Η επαρκής κατανάλωση ασβεστίου καθώς και η αυξημένη κατανάλωση βιταμίνης Δ βοηθούν στην ενίσχυση των οστών – αυτή είναι μια κατοχυρωμένη επιστημονική γνώση με δεκάδες χρόνια ερευνών πίσω της.

Το γεγονός παραμένει πως το γάλα και τα γαλακτοκομικά είναι καλές πηγές εύκολα-απορροφήσιμου ασβεστίου καθώς και βιταμίνης Δ και άρα μπορούν να βοηθήσουν κατά της οστεοπόρωσης.

Το γάλα και τα γαλακτοκομικά είναι πολύ σημαντικά σε παιδιά

γάλα καλό κακό

Πέραν των πρώτων δύο ετών ζωής ενός παιδιού, όπου θα τρέφεται αποκλειστικά ή μερικώς από μητρικό γάλα, τα γαλακτοκομικά αποτελούν σημαντικό κομμάτι της διατροφής του μέχρι και την ενηλικίωση.

Τα παιδιά έχουν αυξημένες ανάγκες για ασβέστιο λόγω του ότι τα οστά τους μεγαλώνουν ενεργά (μέχρι περίπου την ηλικία των 25 ετών, όπου τα οστά κυρίως πυκνώνουν και επισκευάζονται αλλά δεν μεγαλώνουν).

Η περίοδος μέχρι την ενηλικίωση είναι κρίσιμη για την οστική υγεία ενός ατόμου λόγω του ότι θα καθορίσει πόσο θα μεγαλώσουν και θα πυκνώσουν τα οστά ενός μελλοντικού ενήλικα. Λόγω αυτού, είναι εξαιρετικά σημαντικό τα παιδιά να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα ασβεστίου (1250 mg/ημέρα).

Αναμφισβήτητα, το γάλα και τα γαλακτοκομικά είναι οι πιο εύκολες πηγές ασβεστίου. Για αυτό συστήνεται ένα παιδί να καταναλώνει τουλάχιστον 2-3 μερίδες γαλακτοκομικών την ημέρα (μια μερίδα ισούται με ένα φλιτζάνι γάλα, ένα κομμάτι τυρί, ένα ατομικό γιαούρτι κ.λπ.).

Το γάλα ίσως παρουσιάζει αντιμικροβιακές ιδιότητες

Κάποιες έρευνες εστιάζονται σε ορισμένα βιοενεργά πεπτίδια που παρουσιάζει το γάλα και τις πιθανές τους ευεργετικές ιδιότητες.

Συγκεκριμένα, κάποιες έρευνες ισχυρίζονται πως ορισμένα από αυτά τα πεπτίδια παρουσιάζουν αντιμικροβιακές ιδιότητες – είτε με τον εμποδισμό του μεταβολισμού παθογόνων βακτηρίων, είτε με την ενίσχυση της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου.

Χρειάζονται, ωστόσο, περισσότερες έρευνες για να υπάρξει σίγουρη απάντηση.

Είναι το γάλα επικίνδυνο ή «κακό»;

Υπάρχουν πολλοί ισχυρισμοί διαφόρων ειδών πως το γάλα μπορεί να παρουσιάζει κινδύνους για να είναι επιβλαβή για την υγεία. Πιο κάτω, θα δούμε τους βασικούς από αυτούς τους ισχυρισμούς και θα αναλύσουμε αν έχουν κάποια βάση.

Γάλα, αλλεργίες και δερματικές παθήσεις

Η κατανάλωση άπαχου γάλακτος έχει συνδεθεί (ασθενώς) με την παρουσίαση ακμής σε έφηβους. Η κατανάλωση γάλακτος, επίσης, ίσως επιδεινώσει τα συμπτώματα από άλλες δερματικές παθήσεις όπως έκζεμα. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία φαίνονται μόνο σε συγκεκριμένα άτομα με, ίσως, συγκεκριμένες προδιαθέσεις, όχι σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

Άτομα με αλλεργία στο γάλα (υπολογίζεται περίπου στο 5% των παιδιών), σαφώς και πρέπει να το αποφεύγουν.

Γάλα και καρκίνος

Η κατανάλωση γάλακτος ΔΕΝ σχετίζεται άμεσα με τον μεγαλύτερο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου. Μάλιστα, η κατανάλωση γάλακτος ίσως βοηθά ενάντια στην ανάπτυξη καρκίνου.

Ωστόσο, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους το γάλα μπορεί να σχετίζεται έμμεσα με την ανάπτυξη καρκίνου.

Ο πρώτος είναι η υπερβολική κατανάλωση ασβεστίου. Η υπερβολική κατανάλωση ασβεστίου (χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποσότητα), φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο για ορισμένους καρκίνους όπως καρκίνο του προστάτη. Τα στοιχεία είναι ακόμα λίγα, όμως.

Ο δεύτερος τρόπος που το γάλα ίσως αυξήσει τον κίνδυνο για ανάπτυξη ορισμένων καρκίνων είναι η συμβολή του στην υπερβολική κατανάλωση συνολικής ζάχαρης. Ένα φλιτζάνι γάλακτος περιέχει περίπου 8 γραμμάρια λακτόζης, ενός σακχάρου.

Ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε πως και οι δύο αυτοί παράγοντες είναι πολυπαραγοντικοί και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την κατανάλωση γάλακτος. Ένα άτομο το οποίο φροντίζει τη διατροφή του και αποφεύγει την υπερβολική κατανάλωση ασβεστίου και ζάχαρης, θα μπορούσε εύκολα να καταναλώνει γάλα χωρίς φόβο για πιθανή ανάπτυξη καρκίνου.

Δυσανεξία στη λακτόζη

Πιστεύεται πως περίπου 60% του ολικού πληθυσμού παρουσιάζει δυσανεξία στη λακτόζη – την απώλεια ή την μειωμένη παραγωγή, δηλαδή, του ενζύμου λακτάση, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάσπαση της λακτόζης του γάλακτος.

Η συχνότητα της δυσανεξίας στη λακτόζη διαφέρει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τον πληθυσμό – οι Ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζουν σημαντικά μικρότερα ποσοστά δυσανεξίας στη λακτόζη ενώ οι Ανατολικές χώρες σημαντικά μεγαλύτερα.

Ο λόγος, πιστεύεται, είναι πως ορισμένοι λαοί όπως στις Ευρωπαϊκές χώρες εξελίχθηκαν να χωνεύουν το γάλα πιο αποτελεσματικά λόγω της μεγάλης επικράτειας που είχε για χιλιάδες χρόνια σε αυτούς. Λαοί οι οποίοι δεν είχαν πρόσβαση σε αγελάδες, δεν εξελίχθηκαν με τον ίδιο τρόπο και άρα δυσκολεύονται περισσότερο στην χώνεψη γάλακτος.

Άτομα τα οποία πάσχουν από δυσανεξία στη λακτόζη βιώνουν δυσάρεστα συμπτώματα, συνήθως μια με δύο ώρες μετά την κατανάλωση γάλακτος ή οποιουδήποτε τρόφιμου περιέχει λακτόζη.

Συμπτώματα όπως φούσκωμα, κράμπες, αέρια στομάχου, διάρροια και κάποιοι ακόμα και εμετούς.

Αξιοσημείωτο είναι πως τα συμπτώματα επηρεάζονται από την ποσότητα. Τα περισσότερα άτομα με δυσανεξία μπορούν να καταναλώσουν μικρή ποσότητα λακτόζης χωρίς να παρουσιάσουν συμπτώματα.

Άτομα τα οποία πάσχουν από δυσανεξία στη λακτόζη πρέπει να αποφεύγουν να καταναλώνουν γάλα και γιαούρτι, τα οποία είναι τα δύο βασικά τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα ή να προτιμούν εκδοχές τους οι οποίες είναι ελεύθερες λακτόζης.

Λόγω της ζύμωσης τους, τα τυριά είναι συνήθως πολύ χαμηλά σε λακτόζη και σπάνια προκαλούν συμπτώματα.

Η λακτόζη δεν είναι απαραίτητα «κακή» ή επιβλαβής σε άτομα τα οποία δεν πάσχουν από δυσανεξία στη λακτόζη.

Το «παράδοξο» των γαλακτοκομικών και της οστεοπόρωσης

Ορισμένες έρευνες δείχνουν πως η αυξημένη κατανάλωση γαλακτοκομικών, ασβεστίου και κόκκινου κρέατος φαίνεται να σχετίζεται με τον αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση. Σε αντίθεση με αυτό που θα πιστευόταν.

Αυτά τα στοιχεία έχουν εμπνεύσει την ιδέα του «παραδόξου» των γαλακτοκομικών – όπου πληθυσμοί οι οποί καταναλώνουν τη μεγαλύτερη ποσότητα γαλακτοκομικών, φαίνεται να έχουν και την μεγαλύτερη πιθανότητα για οστεοπόρωση και κατάγματα οστών.

Ωστόσο, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα σε αυτές τις έρευνες – το ότι είναι έρευνες παρατήρησης και άρα δεν μπορούν να εξουδετερώσουν αποτελεσματικά οποιουσδήποτε επιπλέον παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν στο αποτέλεσμα.

Ο «τυπικός Δυτικός» τόπος ζωής μπορεί να περιλαμβάνει αυξημένη κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών, ωστόσο περιλαμβάνει συνήθως και μεγαλύτερα ποσοστά παχυσαρκίας, μια πιο φτωχή διατροφή (λιγότερα φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και περισσότερα ζωικά λιπαρά και επεξεργασμένα τρόφιμα), λιγότερη άσκηση, αυξημένα ποσοστά καπνίσματος καθώς και αυξημένη κατανάλωση καφέ και αλκοόλ.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για οστεοπόρωση.

Οπότε, αυτό που δείχνουν οι περισσότερες από της αναφερόμενες έρευνες, είναι πως ο τρόπος ζωής των χωρών που καταναλώνουν περισσότερο γάλα σχετίζεται με τον αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση, όχι το γάλα το ίδιο.

Αντιβιοτικά και ορμόνες στο γάλα

γάλα καλό κακό

Ο πιο μεγάλος φόβος, ίσως, για να καταναλώνουμε γάλα δεν προέρχεται από το γάλα το ίδιο ως προϊόν, αλλά από την κατάσταση ανατροφής των αγελάδων σε φάρμες.

Ένα κομμάτι του πληθυσμού ισχυρίζεται πως το συμβατικό αγελαδινό γάλα είναι γεμάτο βλαβερές ορμόνες και αντιβιοτικά, τα οποία χορηγούνται στις αγελάδες και περνούν στο γάλα, τελειώνοντας στον άνθρωπο.

Υπάρχει επίσης η ανησυχία πως ορισμένες ορμόνες που χορηγούνται στις αγελάδες μπορούν να καταλήξουν στο γάλα και να καταναλωθούν από τον άνθρωπο – με άγνωστα αποτελέσματα.

Οι ανησυχίες αυτές είναι βάσιμες, ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε πως αρμόδιοι οργανισμοί όπως το FDA (Food and Drug Administration) έχουν αυστηρούς κανονισμούς όσον αφορά και τη χρήση φαρμάκων στις αγελάδες όσο και την παρουσία τους στο γάλα.

Όλα τα τρόφιμα στην αγορά ρυθμίζονται από αρμόδιους οργανισμούς όπως το FDA και γίνονται συνέχεια τακτοί έλεγχοι για επιβεβαίωση πως εντάσσονται και ακολουθούν τους κανονισμούς οι οποίοι θέτονται.

Πόσο μάλλον για το γάλα, το οποίο θεωρείται απαραίτητο τρόφιμο και έχει τόσο μεγάλη κατανάλωση.

Ωστόσο, το ότι γίνονται έλεγχοι δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ορισμένα προϊόντα τα οποία διαφεύγουν και ίσως παρουσιάζουν μεγαλύτερες από τις επιτρεπόμενες τιμές υπολειμμάτων φαρμάκων. Κάτι σπάνιο, ωστόσο όχι απίθανο.

Πολλά άτομα επίσης είναι σκεπτικοί ως προς το FDA να επιτρέπει ακόμα και χαμηλή ποσότητα υπολειμμάτων φαρμάκων στο γάλα, με την πίστη πως ακόμα και η μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει άγνωστα προς το παρόν προβλήματα με την μακροχρόνια κατανάλωση.

 

Η  κατάσταση των αγελάδων οι οποίες ανατρέφονται αποτελεί επίσης παράγοντα ανησυχίας.

Πολλά άτομα ανησυχούν πως αν οι αγελάδες ανατρέφονται σε στρυμωγμένο χώρο και χωρίς τις κατάλληλες συνθήκες υγιεινής, τότε το γάλα τους θα περιέχει μεγαλύτερες ποσότητες ορμονών που σχετίζονται με το στρες όπως κορτιζόλη.

Επίσης, κακές πρακτικές υγιεινής θα έχουν ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη χρήση φαρμάκων στις αγελάδες, το οποίο οδηγεί στο πρόβλημα το οποίο αναφέραμε πιο πάνω.

Βιολογικό γάλα

Μια λύση, τουλάχιστον για την ανησυχία των φαρμάκων, θα μπορούσε να είναι το βιολογικό γάλα

Πιστοποιημένα βιολογικά τρόφιμα απαγορεύονται να περιέχουν οποιεσδήποτε πρόσθετες συνθετικές χημικές ουσίες, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν αντιβιοτικά και ορμόνες.

Τα ζώα σε βιολογικές καλλιέργειες τείνουν επίσης να ανατρέφονται με καλύτερες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένου χώρου ανατροφής και ακόμα και της τροφής των ζώων, με πιθανό αποτέλεσμα το καλύτερο προϊόν.

Ωστόσο, απλά επειδή κάτι είναι βιολογικό, δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι καλύτερης ποιότητας. Ο φόβος, όμως, για υπολείμματα φαρμάκων δεν υπάρχει σε βιολογικά προϊόντα.

Τελικά είναι καλό ή κακό το γάλα;

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, τελικά είναι το γάλα καλό ή κακό;

Σαφώς, η πραγματική απάντηση είναι πως εξαρτάται από την αντίληψη του κάθε ατόμου.

Ωστόσο και τα στοιχεία δείχνουν αλλά και είναι και η προσωπική μου άποψη πως δεν υπάρχουν αρκετά γνωστά αρνητικά στο γάλα για να δικαιολογήσουν την ταυτότητα του ως «κακό» ούτε για να υπερτερήσουν της θρεπτικής του αξίας.

Πιστεύω πως το γάλα είναι καλό για τον οποιονδήποτε μπορεί να το καταναλώσει χωρίς δυσφορία και μπορεί να προσθέσει αρκετά σε μια διατροφή λόγω της πληθώρας θρεπτικών συστατικών που περιέχει, κυρίως του ασβεστίου.

Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να καταδικάζουν το γάλα. Σίγουρα ίσως παρουσιάζει κάποια αρνητικά, ωστόσο αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να το καταναλώνουμε καθόλου.

Η επιλογή βιολογικού γάλακτος ίσως να είναι καλή επιλογή για να αποφύγει κάποιος πιθανά υπολείμματα φαρμάκων και ορμονών στο γάλα.

Σαφώς, εν τέλει η ποιότητα μιας διατροφής εξαρτάται από το σύνολο των τροφίμων της και όχι από κάποια συγκεκριμένα τρόφιμα. Αν το γάλα είναι πολύτιμη πηγή ασβεστίου και άλλων θρεπτικών συστατικών στη διατροφή σου, τότε συνέχισε να το καταναλώνεις.

Αν παίρνεις όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεσαι από άλλες πηγές, τότε μπορείς να αποφεύγεις το γάλα, αν εσύ επιθυμείς.

Ωστόσο, βάσει των στοιχείων που έχουμε μέχρι τώρα, το γάλα δεν μπορεί να θεωρηθεί «κακό».

Βιβλιογραφία

  • Abid, Z., Cross, A. and Sinha, R., 2014. Meat, dairy, and cancer. The American Journal of Clinical Nutrition, [online] 100(suppl_1), pp.386S-393S. Available at: https://academic.oup.com/ajcn/article/100/suppl_1/386S/4576503 [Accessed 8 May 2020].
  • Arazi, H., Samadpour, M. and Eghbali, E., 2018. The effects of concurrent training (aerobic-resistance) and milk consumption on some markers of bone mineral density in women with osteoporosis. BMC Women’s Health, [online] 18(1). Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30558600 [Accessed 8 May 2020].
  • Hancock, J., Salisbury, V., Ovejero-Boglione, M., Cherry, R., Hoare, C., Eisenthal, R. and Harrison, R., 2002. Antimicrobial Properties of Milk: Dependence on Presence of Xanthine Oxidase and Nitrite. Antimicrobial Agents and Chemotherapy, [online] 46(10), pp.3308-3310. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC128785/ [Accessed 8 May 2020].
  • LaRosa, C., Quach, K., Koons, K., Kunselman, A., Zhu, J., Thiboutot, D. and Zaenglein, A., 2016. Consumption of dairy in teenagers with and without acne. Journal of the American Academy of Dermatology, [online] 75(2), pp.318-322. Available at: https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0190962216301311 [Accessed 8 May 2020].
  • Larsson, S., Crippa, A., Orsini, N., Wolk, A. and Michaëlsson, K., 2015. Milk Consumption and Mortality from All Causes, Cardiovascular Disease, and Cancer: A Systematic Review and Meta-Analysis. Nutrients, [online] 7(9), pp.7749-7763. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/32229169 [Accessed 8 May 2020].
  • Malmir, H., Larijani, B. and Esmaillzadeh, A., 2019. Consumption of milk and dairy products and risk of osteoporosis and hip fracture: a systematic review and Meta-analysis. Critical Reviews in Food Science and Nutrition, [online] 60(10), pp.1722-1737. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/30909722 [Accessed 8 May 2020].
  • Mohanty, D., Mohapatra, S., Misra, S. and Sahu, P., 2016. Milk derived bioactive peptides and their impact on human health – A review. Saudi Journal of Biological Sciences, [online] 23(5), pp.577-583. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4992109/ [Accessed 8 May 2020].
  • Sachi, S., Ferdous, J., Sikder, M. and Hussani, S., 2019. Antibiotic residues in milk: Past, present, and future. Journal of Advanced Veterinary and Animal Research, [online] 6(3), p.315. Available at: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6760505/ [Accessed 8 May 2020].

Αντρέας Χρίστου - Διαιτολόγος & Διατροφολόγος

Απόφοιτος Διατροφής και Διαιτολογίας (BSc) από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Επί του παρόντος, εργάζομαι ως ανεξάρτητος διαιτολόγος στη Λευκωσία. Στόχος μου είναι να βοηθήσω τους πελάτες μου να εφαρμόσουν μια υγιεινή διατροφή και να διατηρήσουν ένα υγιές βάρος για πάντα, όχι προσωρινά.